Κατάθλιψη

Κατάθλιψη

Η κλινική διάγνωση της κατάθλιψης αναφέρεται σε μία σειρά από συμπτώματα και ενδείξεις που εμφανίζονται για ένα χρονικό διάστημα και επιφέρουν αλλαγές στη λειτουργικότητα του ατόμου.
Γενικότερα, η κατάθλιψη είναι μία διαταραχή με σοβαρές παρενέργειες, η οποία πλήττει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Πιο συγκεκριμένα, 350 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υποφέρουν από τα συμπτώματα της κατάθλιψης, εκ των οποίων τα 2/3 είναι γυναίκες. Μέχρι το έτος 2030, η κατάθλιψη προβλέπεται να γίνει η πιο διαδεδομένη αιτία αναπηρίας.
Σύμφωνα με το DSM-V (Diagnostic and Statistical Manual – 5th Edition) η κατάθλιψη ανήκει στις Διαταραχές της Διάθεσης και πρέπει να συνυπάρχουν πέντε (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα συμπτώματα για την ίδια χρονική περίοδο και να αντιπροσωπεύουν μία αλλαγή στην προηγούμενη λειτουργικότητα του ατόμου:

  1. Καταθλιπτική διάθεση
  2. Έντονη ελάττωση του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης
  3. Σημαντική απώλεια ή αύξηση του βάρους ή ελάττωση ή αύξηση της όρεξης
  4. Αϋπνία ή υπερυπνία
  5. Ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση
  6. Κόπωση ή απώλεια της ενεργητικότητας
  7. Αισθήματα αναξιότητας ή υπέρμετρης ή απρόσφορης ενοχής
  8. Ελαττωμένη ικανότητα σκέψης ή συγκέντρωσης ή αναποφασιστικότητα
  9. Επανερχόμενες σκέψεις θανάτου

Επιπλέον, για να τεθεί η συγκεκριμένη διάγνωση, τα συμπτώματα δεν πρέπει να πληρούν τα κριτήρια ενός μεικτού επεισοδίου, θα πρέπει να προκαλούν κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση της κοινωνικής, επαγγελματικής ή άλλων περιοχών της λειτουργικότητας, να μην οφείλονται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις μίας ουσίας και να μην εξηγούνται καλύτερα με Πένθος.

Αίτια κατάθλιψης

Δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία που να εξηγεί την εμφάνιση της κατάθλιψης. Όπως και πολλές άλλες διαταραχές, έτσι και η καταθλιπτική διαταραχή φαίνεται πως είναι αποτέλεσμα συνδυαστικής δράσης διαφορετικών παραγόντων.
Η κυρίαρχη επιστημονική θεωρία είναι ότι η κατάθλιψη προκαλείται από μια ανισορροπία των νευροδιαβιβαστών του εγκεφάλου. Ωστόσο, τόσο τα ψυχοπιεστικά γεγονότα ζωής όσο και η γενετική προδιάθεση (ιστορικό κατάθλιψης στην οικογένεια) αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης της διαταραχής.

Θεραπείες κατάθλιψης

Υπάρχουν φαρμακευτικές και μη φαρμακευτικές θεραπείες για την κατάθλιψη. Η επικρατέστερη μέχρι σήμερα μέθοδος αντιμετώπισης της κατάθλιψης είναι η χορήγηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, με τη βοήθεια των οποίων αποκαθίσταται σε ένα βαθμό η νευροδιαβιβαστική ανισορροπία.

Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα

Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα έχουν καλά αποτελέσματα σε ένα μεγάλο αριθμό ασθενών και είναι γενικά ανεκτά ως προς τις παρενέργειες. Παρόλα αυτά ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού δεν εμφανίζει τα αναμενόμενα αποτελέσματα (ανθεκτική στη φαρμακευτική αγωγή κατάθλιψη).
Όταν τα πρώτης γραμμής αντικαταθλιπτικά φάρμακα (δηλ. οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης - SSRIs) δεν είναι αποτελεσματικά, μπορούν να εξεταστούν και άλλες επιλογές θεραπείας της κατάθλιψης:

  • Μπορεί να δοκιμαστεί ένα άλλο είδος αντικαταθλιπτικού φαρμάκου (όπως π.χ. ένας αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης -αναστολείς MAO), ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (TCA) κ.α.
  • Μπορεί να προστεθεί ένα άλλο φάρμακο, όπως το λίθιο στην τρέχουσα αντικαταθλιπτική αγωγή
  • Μπορεί να προστεθούν άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα στην τρέχουσα αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή

Η πρόσθεση περισσότερων φάρμακων μπορεί να οδηγήσει σε επιπρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες (παρενέργειες), χωρίς σε πολλές περιπτώσεις να είναι επωφελής στη βελτίωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης.
Για τους ασθενείς αυτούς, οι επιδράσεις της κατάθλιψης μπορεί να είναι εξουθενωτικές. Αυτοί οι ασθενείς χρειάζονται μια νέα αποδεδειγμένη θεραπεία της κατάθλιψης.

Ψυχοθεραπεία

Μία πολύ σημαντική μη φαρμακευτική μέθοδος θεραπείας, η οποία μπορεί να συνδυαστεί με την αντικαταθλιπτική αγωγή, είναι η ψυχοθεραπεία. Με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας μπορούν να διερευνηθούν οι σκέψεις, οι συμπεριφορές και τα γεγονότα που συμβάλλουν στην εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων, με σκοπό την κατανόησή τους και την υιοθέτηση νέων τρόπων αντιμετώπισης τους. Μέσω της ψυχοθεραπείας βελτιώνεται σημαντικά η λειτουργικότητα του ατόμου και η σχέση του με το άμεσο περιβάλλον του (έκφραση συναισθημάτων, επίλυση προβλήματος, δεξιότητες επικοινωνίας). Δυστυχώς όμως, από μόνη της η ψυχοθεραπεία, αποτελεί μία χρονοβόρο διαδικασία που πολλές φορές δεν μπορεί να αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT)

Σε περιπτώσεις ασθενών με μείζονα κατάθλιψη που δεν ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική θεραπεία, συχνά συστήνεται η ηλεκροσπασμοθεραπεία (Electroconvulsive therapy – ECT), αυτό που ο απλός κόσμος ονομάζει «ηλεκτροσόκ». Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία είναι μια επεμβατική διαδικασία κατά την οποία ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνά τον εγκέφαλο με σκοπό την πρόκληση σύντομων επιληπτικών σπασμών. Με τον τρόπο αυτό προκαλούνται αλλαγές στη χημεία του εγκεφάλου, οι οποίες μπορούν να αντιστρέψουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον και απαιτεί την πλήρη αναισθησία (νάρκωση) του ασθενούς.
Αν και η ηλεκτροσπασμοθεραπεία είναι αποδεδειγμένα αποτελεσματική, μπορεί να επιφέρει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε γνωστικό (όπως σύγχυση, απώλεια μνήμης) και σε σωματικό επίπεδο (ναυτία, πονοκεφάλους, πόνους στους μύες), ενώ υπάρχουν και κίνδυνοι που προέρχονται από την ίδια τη διαδικασία της αναισθησίας.

Επαναλαμβανόμενος Διακρανιακός Μαγνητικός Ερεθισμός (rTMS)

Τα τελευταία χρόνια κερδίζουν έδαφος στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης και άλλες μέθοδοι θεραπείας με τη χρήση προηγμένων τεχνολογικών επιτευγμάτων, οι οποίες απευθύνονται σε άτομα που δεν ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική αγωγή και δεν επιθυμούν ή φοβούνται να υποβληθούν σε ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT), λόγω των σοβαρών παρενεργειών της. Μία από αυτές τις μεθόδους είναι και η θεραπεία με τη χρήση επαναλαμβανόμενου ή επαναληπτικού Διακρανιακού Μαγνητικού Ερεθισμού (r-TMS), η οποία μπορεί να μειώσει σημαντικά ή και να εξαλείψει τα συμπτώματα της κατάθλιψης και είναι απαλλαγμένη από τις ανεπιθύμητες παρενέργειες και τους κινδύνους τόσο της φαρμακευτικής αγωγής όσο και της ηλεκτροσπασμοθεραπείας.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 07 Νοέμβριος 2014 09:43